διάδυσις

διά-δῠσις, εως, ,
A passing through, passage,

ἐς τὼς πόρως Ti.Locr.100e

, cf. Thphr.Od.50: metaph. in pl., evasions, τῶν ἀδικημάτων, i.e. escape from the consequences of crimes, D.24.139, cf. 94, Plu.Dem.6: abs., Lib.Or.18.32.
II in pl., passages, galleries, in mines, etc., D.S.5.36: sg., prob.l. in Aen.Tact.24.5; subterranean channel, Demetr.Sceps. ap. Str.13.1.43.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάδυσις — passing through fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδύσει — διάδυσις passing through fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαδύσεϊ , διάδυσις passing through fem dat sg (epic) διάδυσις passing through fem dat sg (attic ionic) διαδύ̱σει , διαδύνω slip through fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδύσεις — διάδυσις passing through fem nom/voc pl (attic epic) διάδυσις passing through fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδύσεσιν — διάδυσις passing through fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδυσιν — διάδυσις passing through fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδυση — η (Α διάδυσις) [διαδύω] 1. η δίοδος, η διάβαση μέσα από τρύπα ή άνοιγμα 2. η εισχώρηση …   Dictionary of Greek

  • διαδύσεως — διαδύσεω̆ς , διάδυσις passing through fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.